Λάκης Χατζηκυριάκος (1946-2007)

















Ο "μεγαλύτερος αδελφός μου".
Το απόλυτο πρότυπο στα χρόνια της εφηβείας μου.
Ένας υπέροχος άνθρωπος.
Ο Λάκης Χατζηκυριάκος.

Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε.
Σαν χθες ακούω στα αφτιά μου τη φωνή του μπαμπά.
- Θα έλθεις στο μαγαζί το απόγευμα;
Έκανα ότι κοιμόμουν….. Δεν ήθελα να πάω. Δεν ήθελε, άλλωστε, και η μαμά. Πάντα πίστευε ότι εγώ δεν κάνω γι’ αυτή τη δουλειά, γιατί "δεν ξέρω να λέω ψέματα". Αντίθετα, ο μπαμπάς με ήθελε στο μαγαζί, που ήταν το μοναδικό για την εποχή, κατάστημα μουσικών ειδών και δίσκων στην Κομοτηνή, το γνωστό τότε "Ντο Ρε Μι".
Και η κουβέντα εξελισσόταν κάπως έτσι.
- Θα είναι ο Λάκης;
- Ναι, θα είναι.
- Ε, τότε θα έλθω.
Ήταν η μόνη περίπτωση που θα θυσίαζα τη μπάλα για να πάω στο μαγαζί.
Μέσα στην ατυχία του για το γιο του, ο μπαμπάς - την περίοδο εκείνη - έμελλε να συναντήσει τον άνθρωπο που θα αγαπούσε στη συνέχεια σαν "το γιο που θα ήθελε να έχει".
Ο Λάκης γεννήθηκε στο Άδενδρο της Θεσσαλονίκης τον Απρίλιο του 1946, όπου και ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές του σπουδές.
Βρέθηκε να υπηρετεί τη στρατιωτική του θητεία στην Κομοτηνή κατά την ίδια περίπου χρονική περίοδο που έτυχε να εργάζονται στον ΟΤΕ και η αγαπημένη του αδελφή Άννα μαζί με τον σύζυγό της. Η συγκυρία αυτή και οι γνωριμίες που στο μεταξύ έκανε τον κράτησαν στην Κομοτηνή. Άρχισε να αρθρογραφεί καθημερινά, σε δική του στήλη, στην τοπική εφημερίδα "Ο Χρόνος". Ταυτόχρονα είχε αναλάβει την καλλιτεχνική εκπροσώπηση του σπουδαίου - για την εποχή και την Κομοτηνή - νεανικού ποπ συγκροτήματος "The Beatniks". Ήταν, βέβαια, και ο παρουσιαστής του συγκροτήματος στις συχνότατες και αξέχαστες μεσημεριανές Κυριακάτικες συναυλίες τους. Εκεί ήταν ομολογουμένως εντυπωσιακός, ήταν ξεχωριστός. Μιλούσε και ντυνόταν πολύ προχωρημένα για την εποχή αλλά πάντα σωστά, σύμφωνα με τις περιστάσεις και χωρίς υπερβολές. Εμφανισιακά θύμιζε, τόσο στην όψη όσο και στην έκφραση, το σπουδαίο Γάλλο ηθοποιό  Alain Delon.
Ο Λάκης και τα μέλη του συγκροτήματος σύχναζαν στο "Ντο Ρε Μι" και όπως ήταν φυσικό τους γνώρισα όλους εκεί. Στο σημείο αυτό θεωρώ υποχρέωσή μου να σας θυμίσω (από δεξιά προς τα αριστερά) τον ξεχωριστό φωνητικά Ζαχαρία Τίλιο (κιθάρα, τραγούδι), την ήρεμη δύναμη και πολύ ωραίο της παρέας Νίκο Καμπουρίδη (μπάσο, τραγούδι), φυσικά τον παρουσιαστή τους Λάκη Χατζηκυριάκο, τον με λαμπρή σόλο πορεία στη συνέχεια Γιάννη Κατέβα (κιθάρα, τραγούδι), τον με αστείρευτη ενέργεια Πέτρο Τόκα (ντραμς) και τον άριστα καταρτισμένο μουσικό Μιμίκο Μεϊντανίδη (πλήκτρα).




















Οι πολλές γνωριμίες του Λάκη στον καλλιτεχνικό χώρο, τόσο τοπικά όσο και στη Θεσσαλονίκη, και οι γνώσεις του γύρω από τη μουσική ενθουσίασαν το μπαμπά και η συνεργασία τους, από περιστασιακή στην αρχή όσο υπηρετούσε ο Λάκης, εξελίχθηκε σε μόνιμη μετά την απόλυσή του από το στρατό.
Η όλη παρουσία του στο μαγαζί ήταν καταλυτική, καθώς κατάφερε να προσελκύσει όλο το νεανικό κοινό της πόλης και να απογειώσει τις πωλήσεις των δίσκων. Έπειθε τους πάντες χωρίς να χρειάζεται να καταφεύγει στα πάντα απαραίτητα για μια εμπορική επιχείρηση "ψέματα". Διαφωνούσε με το μπαμπά στις παραγγελίες ξένων δίσκων όμως έπειθε και εκείνον, έστω με δυσκολία, για την αναγκαιότητα να υπάρχουν στη δισκοθήκη οι Uriah Heep, οι Steppenwolf και οι Jethro Tull δίπλα στους πολύ εμπορικούς Περπινιάδη, Αγγελόπουλο και Καζαντζίδη. Και παρά τις διαφωνίες τους προχωρούσαν μπροστά. Εγώ, κάπου ανάμεσά τους, το πάλευα. Ο Λάκης ήταν το κίνητρό μου για να βοηθάω στο μαγαζί τις γιορτές και τα Καλοκαίρια. Έτρεχα μαζί του ακόμη και όταν ήταν να σηκώσουμε κεραίες σε ιστούς δέκα και πλέον μέτρων, μήπως και δώσουμε τηλεοπτικό σήμα Βουλγαρίας στους πελάτες.
Εκείνος κάθε μέρα έγραφε και τα άρθρα του για την εφημερίδα. Θαύμαζα την καθαρότητα και το πνεύμα του. Συχνά τον πείραζα και τον ρωτούσα :
- Απορώ πού βρίσκεις και γράφεις τόσο ωραία πράγματα κάθε μέρα.
Και εκείνος με γνήσιο αυθορμητισμό μου απαντούσε :
- Η πόλη είναι ιδιαίτερη και έχει πάντα ξεχωριστά θέματα. Οι άνθρωποί της είναι απλοί, καταδεκτικοί, με πιστεύουν και μ’ αγαπούν. Ανοίγω διάλογο μαζί τους. Η καθημερινή έμπνευση έρχεται αβίαστα μέσα από αυτά τα βιώματα. 




















Ο Λάκης Χατζηκυριάκος με τέτοια εμφάνιση και τέτοια αποδοχή θα περίμενε κάποιος ότι θα ήταν ένας άνθρωπος απλησίαστος. Και όμως. Ήταν απλός, σεμνός, ήρεμος και χαμηλών τόνων. Έτσι, δεν άργησε να γίνει το απόλυτο πρότυπό μου στα χρόνια της εφηβείας μου. Πολλά από τα στοιχεία του χαρακτήρα του κούμπωσαν με τα δικά μου σε τέτοιο βαθμό, που πολλές φορές με παραπέμπουν ακόμη και σήμερα σε κείνον και με κάνουν να τον θυμάμαι και να χαμογελάω. Εκείνο που αντέγραψα πλήρως ήταν το πνευματώδες ελαφρά περιπαικτικό έως ειρωνικό, στα όρια του αποδεκτού πάντως για τους καλοπροαίρετους, στυλ του.
Με κάποια μικρά παραδείγματα θα καταλάβετε τι εννοώ.

Ήταν Χριστούγεννα όταν μου πήρε δώρο ένα σαμπουάν για τα μαλλιά. Δεν ήξερα τη χρήση του και φυσικά τον ρώτησα, για να ακολουθήσει η εξής στιχομυθία :
- Λάκη, και πώς το χρησιμοποιούμε αυτό;
- Πώς λούζεις τα μαλλιά σου;
- Ε, να, τα κάνω δύο χέρια με το πράσινο σαπούνι.
- Ε, ωραία, μου λέει, θα τα κάνεις δύο χέρια με το πράσινο σαπούνι κι ένα τρίτο χέρι με το σαμπουάν και θα είσαι εντάξει.
Φυσικά κι έβαλε τα γέλια, όταν διαπίστωσε ότι για αρκετό καιρό εκτελούσα πιστά τις οδηγίες του.

Αφού μου έμαθε όλα τα σχετικά με τη διαδικασία του "τσαϊροσέξ" είχαμε τον ακόλουθο διάλογο.
- Λάκη, θα βγω απόψε αλλά ντρέπομαι λίγο.
- Όχι μόνο δε θα ντρέπεσαι, αλλά ακόμη κι αν δεν κάνεις κάτι, θα βγάζεις πού και πού κάποια βογγητά.
- Τώρα μου το κάνεις πιο δύσκολο. Εγώ θέλω να περνάω απαρατήρητος. Πώς μου ζητάς να βγάζω και βογγητά;
- Είναι πολύ απλό. Επειδή θα βγω κι εγώ απόψε, θα καταλάβω περίπου πού είσαι και δε θα πέσω πάνω σου. Βέβαια, κατά βάθος θα ήθελα να πετύχω και να κλωτσήσω λίγο τη δικιά σου……(δε συμφωνούσε με τη συγκεκριμένη περιστασιακή σχέση).

Δεν άργησαν να βγουν και τα συνθήματα. Το "Όπου καθίστε, Καφέ Τσολάκη ζητήστε", που συνόδευε ως η κορυφαία διαφήμιση τη λειτουργία του γνωστού καφεκοπτείου της Κομοτηνής στα επόμενα χρόνια, ήταν ολόδικό του.

Ένα Καλοκαίρι βρεθήκαμε στην Αρετσού της Θεσσαλονίκης και όχι μόνο ακούσαμε τους "Olympians" αλλά μιλήσαμε και μαζί τους, αφού ο Λάκης τους γνώριζε όλους έναν προς έναν. Ήταν μια αξέχαστη εμπειρία για μένα το να κάθομαι δίπλα σε είδωλα της εποχής, όπως ο Πασχάλης, όταν ο απλός κόσμος λίγο πιο πέρα ποδοπατιόταν για ένα αυτόγραφο.

Τη χρονιά του παγκοσμίου κυπέλλου του 1970 που έγινε στο Μεξικό, χάρη στο Λάκη, ήλθα κοντά με άλλα είδωλά μου, ποδοσφαιρικά αυτή τη φορά.  Ήταν, μεταξύ άλλων, ο πρώην άσσος του Παναθηναϊκού και τότε προπονητής του Πανθρακικού στη Β’ Εθνική Δημήτρης Θεοφάνης και ο καλύτερος στόπερ που έχω δει στο γήπεδό μας, ο δικός μας Ζαχαρίας Τίλιος (απροσπέλαστος, πηδούσε στο Θεό και στεκόταν στον αέρα ο αθεόφοβος). Και όλα αυτά στο σπίτι μας, όπου είχαμε τηλεόραση με καλή εικόνα από τη Βουλγαρία (ελάχιστες ήταν τότε οι τηλεοράσεις στην πόλη μας) και βλέπαμε τους μεταμεσονύκτιους αγώνες του παγκοσμίου κυπέλλου. Και επειδή είμαστε στα ποδοσφαιρικά, λίγα χρόνια πριν, ο Λάκης με είχε γλυτώσει από τα χειρότερα. Ο μπαμπάς μου είχε μάθει ότι προσπαθούσα να βγάλω δελτίο σε τοπική ποδοσφαιρική ομάδα και μάλιστα κρυφά. Φυσικά έγινε έξω φρενών. Ο Λάκης με ειδοποίησε, κάθισε και του μίλησε και τον έστειλε αρκετά πιο ήρεμο στο σπίτι, όμως η ελπίδα μου για την όποια ποδοσφαιρική μου εξέλιξη σταμάτησε ακριβώς εκεί. 
 
Όλα έδειχναν τέλεια. Ο Λάκης είχε συνηθίσει και είχε αποδεχτεί όλα όσα έκανε. Η εξαιρετική σχέση που είχε με την κοπέλα του μας είχε πείσει ότι σύντομα θα έκανε μια όμορφη οικογένεια και θα έμενε στην Κομοτηνή. Βλέπετε, ήταν αυτό που ενδόμυχα θέλαμε και ευχόμασταν όλοι μας. Και ίσως περισσότερο από όλους εγώ. 

Ο Λάκης, όμως, είχε άλλα σχέδια για τον εαυτό του που, λόγω και του κλειστού χαρακτήρα του, άργησε να εξωτερικεύσει ακόμη και σε μένα. Στο μεταξύ, στην πρώτη και τελευταία προσπάθειά μου να σπουδάσω στην Ελλάδα απέτυχα για λίγες μονάδες στις πανελλήνιες εξετάσεις. Με την αφόρητη πίεση των γονιών μου και με βαριά καρδιά έφυγα για να σπουδάσω στην Ιταλία, στην Μπολόνια. Ήταν η πρώτη φορά που έφευγα μακριά από ένα προστατευμένο περιβάλλον και το χειρότερο άφηνα πίσω και τον "μεγαλύτερο αδελφό μου". Για έναν περίπου χρόνο δεν είχα αναβολή από το στρατό ούτε και συνάλλαγμα. Ο Λάκης, το 1971, χωρίς δεύτερη σκέψη, έτρεξε να με βρει στην Μπολόνια. Κατάφερε να περάσει ένα σεβαστό ποσό από τους ελέγχους των τελωνείων Γιουγκοσλαβίας και Ιταλίας μετά από ένα ταξίδι 35 και πλέον ωρών με το τρένο. Φυσικά ποτέ δε θα ξεχάσω το πόσο με βοήθησε αυτό τόσο οικονομικά, ώστε να περάσω σχεδόν άλλους τρεις μήνες, όσο και κυρίως ψυχολογικά. Ενθουσιάστηκε από τη χώρα και τους ανθρώπους της. Προσπάθησε τότε και με έπεισε ότι δεν υπήρχε για μένα καλύτερη προοπτική από τις σπουδές μου στην Ιταλία. Και εκεί μου εξομολογήθηκε για πρώτη φορά ότι και ο ίδιος είχε ήδη δρομολογήσει τη μετακόμισή του από την Κομοτηνή στη Θεσσαλονίκη.
Η αφοπλιστική δικαιολογία του δε μου άφησε και πολλά περιθώρια αντίδρασης.
- Και τι περίμενες; Η αδελφή μου και ο γαμπρός μου πήραν μετάθεση και έφυγαν ήδη στη Λαμία. Εσύ έφυγες στην Ιταλία και πολύ καλά έκανες. Δεν ξέρω πότε και αν θα ξαναγυρίσεις. Εγώ πίστευες ότι θα μπορούσα να μείνω για πάντα στην Κομοτηνή, κάνοντας έστω μια τέλεια οικογένεια με πολλά παιδιά, έχοντας εσαεί ως εργοδότες το Φανφάνη και τον Παπαδόπουλο;
Ήξερα ότι είχε δίκιο. Ωστόσο, για κάμποσο καιρό τα είχα βάλει και με τον εαυτό μου. Ίσως αν δεν είχα φύγει εγώ από την Κομοτηνή, να ήταν αλλιώς τα πράγματα; Αποδείχτηκε αβάσιμη αυτή η υπόθεση.

Λίγο αργότερα ο Λάκης έφυγε για τη Θεσσαλονίκη και έπιασε δουλειά ως συντάκτης στις ημερήσιες εφημερίδες "Μακεδονία" και "Θεσσαλονίκη". 
Φυσικά αλληλογραφούσαμε τακτικότατα και στις επιστροφές μου από την Ιταλία έμενα πάντα δύο με τρία βράδια στο σπίτι του. Εκεί κατέβαινε από την Αθήνα όπου σπούδαζε και η μετέπειτα γυναίκα μου. Ήταν η μόνη, από τις σχέσεις μου, που εκτιμούσε και αγαπούσε. Ήταν πολύ υπερήφανος όταν μας γνώρισε σε όλους τους συναδέλφους του από την εφημερίδα "Θεσσαλονίκη" και αξέχαστες ήταν και οι βραδιές μας στα γραφικά ταβερνάκια στα Κάστρα με όλη αυτή τη δημοσιογραφική συντροφιά.

Έδειχνε ότι είναι καλύτερα από ό,τι στην Κομοτηνή, όμως εγώ που τον ήξερα καλά, καταλάβαινα ότι ήθελε κάτι καλύτερο, κάτι περισσότερο. Και αυτό δεν άργησε να έλθει. Του προέκυψε κάποιο επόμενο Καλοκαίρι όταν συνόδευσε την ομάδα του Απόλλωνα Καλαμαριάς, της οποίας κάλυπτε το αθλητικό ρεπορτάζ, στην καλοκαιρινή της προετοιμασία στο ορεινό θέρετρο της Σινάϊα (μερικά χιλιόμετρα έξω από το Μπρασόβ) της Ρουμανίας. Εκεί γνώρισε και ερωτεύτηκε τη Nuccia Fini. Ήταν νέα, όμορφη, φιλόδοξη, φοιτήτρια Ιατρικής από τη Ρώμη, από πολύ καλή οικογένεια. Φάνταζε ως ο απόλυτος σταθμός για τη συνέχεια της καριέρας του. Φυσικά εγώ είχα τις αντιρρήσεις μου, γιατί δεν ήθελα να φύγει μακρύτερα και μάλιστα στο εξωτερικό. Αυτό όμως δεν τον αποθάρρυνε. Η μόνη δυσκολία ήταν στην επικοινωνία τους, αφού ούτε ο ίδιος μιλούσε Ιταλικά ούτε βέβαια και η Nuccia Ελληνικά. Η λύση βρέθηκε αμέσως, όσο ήμουν ακόμη στην Ιταλία. Τα γράμματά του προς τη Nuccia είχαν ενδιάμεσο σταθμό εμένα που έκανα τη μετάφρασή τους γραμμή προς γραμμή, λέξη προς λέξη. Δεν ήξερα τόσο καλά τη γλώσσα, καθώς πάλευα τότε με την ορολογία του γνωστικού μου αντικειμένου. Ωστόσο, αφιέρωνα αρκετές ώρες για να μεταφράζω τα γράμματα του Λάκη προς τη Nuccia. Και δεν ήταν απλά γράμματα, ήταν πολυσέλιδα λογοτεχνικά ερωτικά αριστουργήματα. Και όχι μόνο αυτό αλλά με το αστείρευτο χιούμορ του έβαζε και γνωστές ελληνικές μεταφορικές φράσεις που πολύ απλά δεν υπήρχαν στην ιταλική γλώσσα, όπως "δάγκωσα τη λαμαρίνα", "κυλιέμαι στα πατώματα", "τα πήρα στο κρανίο" και πολλά άλλα παρεμφερή. Και τότε αλλά και αργότερα είχα ζητήσει συγγνώμη από τη Nuccia για τα λάθη που έκανα στη μετάφραση. Ήταν πλέον ολοφάνερο ότι ο επόμενος σταθμός της καριέρας του Λάκη θα ήταν η Ρώμη.
Πράγματι, η μοίρα το έφερε ώστε να κάνουμε σχεδόν την ίδια χρονική περίοδο το αντίστροφο δρομολόγιο. Το 1974 εγώ γύρισα στην Ελλάδα για να συνεχίσω τις σπουδές μου στην Αθήνα κι εκείνος έφυγε το 1976 στην Ιταλία για να ζήσει και να σπουδάσει δημοσιογραφία στη Ρώμη. 

Στη συνέχεια συναντηθήκαμε το 1977 όταν ήλθαν εκδρομή με τη Nuccia και τους φιλοξενήσαμε στο σπίτι που νοικιάζαμε στην Αθήνα.



Ήταν η πρώτη φορά που τη γνωρίσαμε από κοντά. Και ήταν βέβαια εντυπωσιακή. Τότε κατάλαβα πόσο σωστά ήταν όλα όσα της έγραφε στα γράμματά του. Και τότε για πρώτη φορά του είπα αυθόρμητα και ολόψυχα :
- Χαλάλι σου Λάκη! Καλή συνέχεια. Καλή επιτυχία. Να είσαι πάντα γερός και ευτυχισμένος.




















Να πω ότι έπιασαν οι ευχές μου; Ναι θα το πω. Έπιασαν, εν μέρει βέβαια….
Ο Λάκης απέκτησε την οικογένεια που ήθελε και αργότερα το γιο που ήθελε, τον Αλέξανδρο (διπλή η χαρά μου λόγω του ονόματος). Ταυτόχρονα η καριέρα του  απογειώθηκε. Με τη βοήθεια και του νέου  οικογενειακού του περιβάλλοντος - εξαιρετική η οικογένεια της Nuccia - έκανε πολλές γνωριμίες και ολοκλήρωσε τις εξειδικευμένες πλέον σπουδές του στο δύσκολο και εξαιρετικά απαιτητικό χώρο της δημοσιογραφίας. Έτσι, δεν άργησε να γίνει ένας από τους πλέον αξιόλογους και διακεκριμένους Έλληνες δημοσιογράφους του εξωτερικού. Ως επιστέγασμα όλης αυτής της τεράστιας προσπάθειας ήλθε η συνεργασία του, από το 1977, ως μόνιμου ανταποκριτή από την Ιταλία με την εφημερίδα "Ελευθεροτυπία", από το 1982 με το "Αθηναϊκό Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων (ΑΠΕ - ΜΠΕ)" και σχεδόν από την έναρξη της λειτουργίας του το 1989 ήλθε η συνεργασία του με τον τηλεοπτικό σταθμό "Mega Channel". Υπήρξε, επίσης, ανταποκριτής του Γερμανικού ραδιοτηλεοπτικού σταθμού "Deutsche Welle". Ήλθαν τεράστια άρθρα του στις εφημερίδες, σχεδόν καθημερινές τηλεοπτικές ανταποκρίσεις του από τη Ρώμη για το "Mega Channel" και τηλεοπτικές συνεντεύξεις του με τα αρχηγικά στελέχη των Ερυθρών Ταξιαρχιών (Brigate Rosse) σε μια πολυτάραχη περίοδο για την Ιταλία μετά από την απαγωγή του Ιταλού Πολιτικού και Πρωθυπουργού της Ιταλίας Aldo Moro, στις 16 Μαρτίου 1978, και τη δολοφονία του μετά από 54 ημέρες αιχμαλωσίας. Γενικότερα, από το 1976 και μετά κάλυπτε με επιμονή και συνέπεια όλες τις εξελίξεις που συγκλόνισαν την Ιταλία ("Μολυβένια χρόνια", "Ερυθρές Ταξιαρχίες", τρομοκρατία και αντιτρομοκρατία, ευρωκομουνισμός, ριζικές πολιτικές και κομματικές ανακατατάξεις κ.λπ.). Ο Λάκης διακρίθηκε για το ήθος, τη συναδελφικότητα και τον επαγγελματισμό του. Ήταν ιδιαίτερα οξυδερκής και αποτελεσματικός στην αναζήτηση της είδησης, ιδιαίτερα κοινωνικός και αγαπητός στο περιβάλλον του.
Σε όλο αυτό το διάστημα επικοινωνούσαμε τηλεφωνικά, όμως πολύ περισσότερο τον παρακολουθούσαμε, σχεδόν καθημερινά και πάντα με κομμένη την ανάσα, από την τηλεόραση στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων του "Mega Channel".

Όλα πια μου φαινόταν ασύλληπτα. Ήταν πολύ προικισμένος αλλά ταυτόχρονα και ένας εξαιρετικά ευαίσθητος άνθρωπος. Ήταν εύκολο να συζητά με τόσο επικίνδυνους ανθρώπους; Ο ίδιος παραδεχόταν πως όχι. Ιδιαίτερα για την πρώτη φορά, μου είπε ότι πήγε χαλαρός αλλά όταν έφυγε και συνειδητοποίησε το περιεχόμενο της συνέντευξης και την πηγή της προέλευσής της, από τον αρχηγό των Ερυθρών Ταξιαρχιών, ένιωσε σχεδόν τρομοκρατημένος.

Είχε ξεπεράσει τις αντοχές του; Κανείς δεν μπορεί να είναι βέβαιος γι’ αυτό.
Η συνέχεια ήταν δύσκολη για τον ίδιο και την οικογένειά του. Γύρω στο 1997 αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει ένα σοβαρό πρόβλημα καρκίνου με περίπλοκες και λεπτές χειρουργικές επεμβάσεις στο στομάχι. Και το αντιμετώπισε με γενναιότητα και με το γνωστό του πνευματώδες, ελαφρά περιπαικτικό έως ειρωνικό στυλ. 
Συναντηθήκαμε στα μέσα του 2000 στην Κομοτηνή



και στα μέσα του 2002 στη Χαλκιδική. 

Ήταν φανερά καταβεβλημένος αλλά ήταν πάντα ο Λάκης.
- Ξέρω γιατί θέλεις να φωτογραφίζεσαι μαζί μου. Όλοι θέλουν να φωτογραφίζονται με τους διάσημους και να παίρνουν κάτι από τη λάμψη και τη φήμη τους.
Γελούσα με την καρδιά μου. Ήξερα ότι έκανε πλάκα και το χαιρόμουν.

Από τότε ήλθαμε ακόμη πιο κοντά. Μιλούσαμε πιο τακτικά στο τηλέφωνο και ανταλλάσσαμε μακροσκελή e-mails. Η μοίρα το έφερε στη συνέχεια ώστε να στηρίζει ψυχικά ο ένας τον άλλον. Εκείνος είχε τα πολύ σοβαρά προβλήματα της υγείας του κι εγώ τα επίσης σοβαρά δικαστικά μου προβλήματα.
- Αλέκο, μου έλεγε, ας αρχίσουμε από το πιο απλό. Δεν έχεις πρόβλημα υγείας. Τέλος. Επίσης, δεν έχεις λόγο να τα φορτώνεσαι όλα μόνος σου. Αυτό είναι πρόβλημα όλων των ελεγκτών μηχανικών των ιδιωτικών επενδύσεων της Θράκης. Και είναι μαζί σας το Τεχνικό Επιμελητήριο με δύο από τους καλύτερους δικηγόρους της Ελλάδας.
Αυτά, τα επαναλάμβανε με όση δύναμη είχε. Από ένα σημείο και μετά, τα φώναζε. Μου έδινε και του έδινα κουράγιο. Όμως δεν μείναμε μόνον εκεί.
Προχωρήσαμε παραπέρα, όταν του εκμυστηρεύτηκα ότι για τα προβλήματά μου, εκτός από τους ανθρώπους που μ’ αγαπούσαν,  είχα και την αναγκαία ψυχική στήριξη μιας νέας - εξαιρετικά καταρτισμένης επιστημονικά - Ψυχιάτρου. Τον συμβούλεψα να αναζητήσει και ο ίδιος έναν εξειδικευμένο σε θέματα ψυχικής υγείας γιατρό στη Ρώμη. Ευτυχώς με άκουσε και όσο περνούσε ο καιρός τον άκουγα όλο και καλύτερα. Τον ένιωθα πιο δυνατό και μαζί του δυνάμωνα κι εγώ. Αλλά ο Λάκης έφευγε κάθε φορά που εγώ σχημάτιζα την πεποίθηση ότι θα είμαστε για πολλά χρόνια ακόμη μαζί…….

Έτσι, ο Λάκης Χατζηκυριάκος "έφυγε" ξαφνικά το πρωί της 27ης Οκτωβρίου 2007, στη Ρώμη, από έμφραγμα του μυοκαρδίου. Η κηδεία του έγινε στις 29 Οκτωβρίου 2007 στη Ρώμη. Η αδελφή του Άννα, η γυναίκα του Nuccia και ο γιος του Αλέξανδρος σε μια συναισθηματικά φορτισμένη διαδικασία σκόρπισαν την τέφρα του στο λιμάνι της πολυαγαπημένης του Θεσσαλονίκης στο ύψος του αγάλματος του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Ο τότε Υπουργός Επικρατείας και Κυβερνητικός Εκπρόσωπος κ. Θοδωρής  Ρουσόπουλος είχε δηλώσει :
"Ο Λάκης Χατζηκυριάκος υπηρέτησε την δημοσιογραφία με υπευθυνότητα, συνέπεια και μεράκι. Τα τελευταία 25 χρόνια οι έγκυρες ανταποκρίσεις του από τη Ρώμη φώτισαν κάθε πτυχή των πολιτικών και κοινωνικών εξελίξεων στη γειτονική Ιταλία. Για όλους όσοι δουλέψαμε μαζί του υπήρξε υπόδειγμα ήθους και σεμνότητας. Όσοι υπήρξαμε φίλοι του, θα τον θυμόμαστε πάντα με αγάπη. Θα λείψει σε όλους μας. Στη σύζυγο του, στο γιο του, στην οικογένεια του, εκφράζω τα βαθιά μου συλλυπητήρια"

Η είδηση του θανάτου του έπεσε σαν βόμβα και στο σπίτι μας. Άκουγα το γιο του στο τηλέφωνο να μου το λέει και έκλαιγα ασταμάτητα. Ήταν αδύνατο να του μιλήσω. Δεν ήθελα να πιστέψω ότι μόλις είχα χάσει οριστικά "τον μεγαλύτερο αδελφό μου", το πρότυπο της εφηβείας μου, το φίλο της ωριμότητάς μου, έναν υπέροχο άνθρωπο. Η αποδοχή της απώλειάς του ήλθε με τα χρόνια. Αυτό το αφιέρωμα είναι το ελάχιστο που θα μπορούσα να κάνω για τον άνθρωπο που σημάδεψε όλη μου τη ζωή. Είμαι σίγουρος ότι, αν μπορούσε να το διαβάσει, θα μου έλεγε με το γνωστό του ύφος :
- Ξέρω ότι έκανες το αφιέρωμα, για να δώσεις στο ιστολόγιό σου κάτι από τη δική μου φήμη.
Μακάρι να ζούσε και να μου το έλεγε. Μακάρι να γελούσαμε και πάλι μαζί όπως στα χρόνια της αθωότητας. Ποτέ μου δεν τον παρεξήγησα αλλά ούτε κι εκείνος. Η σχέση μας ήταν ο ορισμός της αληθινής ανθρώπινης σχέσης, μιας σχέσης απαλλαγμένης από κάθε λογής μικροσυμφέροντα. Και γι’ αυτό θα ζει στο διηνεκές.

Ένα χρόνο μετά το θάνατό του, δύο νεαροί γιατροί του Πανεπιστημίου "La Sapienza" της Ρώμης πήραν το χρηματικό έπαθλο που συγκεντρώθηκε με τα χρήματα αντί στεφάνου. Πρόκειται για το "Premio Migliore Tesi di Laurea 2008" στο πλαίσιο πτυχιακής εργασίας στη μνήμη Λάκη Χατζηκυριάκου.

Οι βραβευθέντες ήταν απόφοιτοι της Ιατρικής σχολής της Πανεπιστημιακής Πολυκλινικής Sant' Andrea :
α. Η Flavia Cascino, 24 ετών, με την πτυχιακή εργασία "Αγωγή της Λιποδυστροφίας στους ασθενείς με σύνδρομο ΗΙV", και
β. ο Pietro de Rossi, 25 ετών, με δημοσιεύσεις σε ιταλικά και διεθνή επιστημονικά περιοδικά που αφορούν στην φαρμακολογική αγωγή στα ψυχωτικά σύνδρομα.
Τα χρήματα των δύο επάθλων συγκεντρώθηκαν από τους Έλληνες ανταποκριτές στη Ρώμη, το Γραφείο Τύπου της Ελληνικής Πρεσβείας στην Ιταλία, αλλά και τους Ιατρούς και το Διοικητικό προσωπικό της Πολυκλινικής Sant' Andrea. Πρόκειται για το Νοσοκομείο στο οποίο είχε νοσηλευθεί ο Λάκης Χατζηκυριάκος και στο οποίο συνεχίζει να εργάζεται η σύζυγός του Nuccia Fini (φωτογραφία επάνω αριστερά) με ειδίκευση στην επανορθωτική πλαστική χειρουργική και ήδη Αναπληρώτρια Καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο "La Sapienza" της Ρώμης.

Κατά την τελετή απονομής του επάθλου, ο Πρόεδρος της Ιατρικής σχολής του Sant' Andrea, καθηγητής Vincenzo Ziparo, αναφέρθηκε στη μακρά επαγγελματική σταδιοδρομία του Λάκη Χατζηκυριάκου στην ελληνική δημοσιογραφία, στο πόσο καλά γνώρισαν οι Έλληνες την Ιταλία από τις ανταποκρίσεις του και στο πνευματώδες και σκωπτικό ύφος γραφής του.
Το έπαθλο απένειμε ο γιός του, και διπλωματούχος σήμερα στη Μουσικολογία, Αλέξανδρος Χατζηκυριάκος (φωτογραφία αριστερά και φωτογραφίες κάτω).























Σημειώσεις 

Το παραπάνω αφιέρωμα στηρίζεται σε προσωπικά βιώματα του συντάκτη εκτός της τελευταίας παραγράφου, με τη βράβευση των δύο νεαρών γιατρών, που υπάρχει στο διαδίκτυο. Λόγω της πολύ προσωπικής, λοιπόν, προσέγγισης ζητώ προκαταβολικά συγγνώμη από τους συγγενείς του και από τους ανθρώπους που αγάπησαν εξίσου με μένα τον Λάκη και των οποίων η θετική επιρροή που είχαν στη ζωή του δεν αναδεικνύεται όσο θα έπρεπε στο αφιέρωμα αυτό.

Ευχαριστώ πολύ για τις εξαιρετικές φωτογραφίες των "The Beatniks", που μου χορήγησε ο αξέχαστος φίλος μας Νίκος Καμπουρίδης από το προσωπικό του αρχείο.

Οι τελευταίες πρόσφατες φωτογραφίες του Αλέξανδρου και η μία της Nuccia προέρχονται από την εξαιρετικά προσεγμένη ιστοσελίδα που διατηρεί ο Αλέξανδρος στο Facebook.

Τεκμηρίωση 

Για λόγους πληρότητας αναζήτησα στο "Mega Channel", στο "Αθηναϊκό Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων (ΑΠΕ - ΜΠΕ)" και πρόσφατα στην "ΕΣΗΕΑ" ηλεκτρονικό ή και έντυπο υλικό από τις δημοσιογραφικές επιτυχίες του Λάκη Χατζηκυριάκου. 

Από την 25ετή συνεργασία (1982 - 2007) του Λάκη Χατζηκυριάκου με το Αθηναϊκό Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων (ΑΠΕ - ΜΠΕ) προέκυψε μεγάλος αριθμός άρθρων, σχολίων και ανταποκρίσεών του. 
Συμπληρωματικά στοιχεία για τη συνεργασία αυτή αλλά και δέκα άρθρα - σχόλια - ανταποκρίσεις του Λάκη Χατζηκυριάκου μπορείτε να διαβάσετε στην ανάρτηση :
"Λάκης Χατζηκυριάκος - Η συνεργασία με το ΑΠΕ - ΜΠΕ"


Αλέξανδρος Παπαδόπουλος